MENU

Ο ΓΚΑΛΕΑΝΟ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ: Η δόξα ναρκωτικό πιο καταστροφικό κι από την κοκαΐνη

Ο ΓΚΑΛΕΑΝΟ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ: Η δόξα ναρκωτικό πιο καταστροφικό κι από την κοκαΐνη -SportDay.gr

Κανείς συγγραφέας δεν έχει ξοδέψει τόσο μελάνι για τον Ντιέγκο Μαραντόνα όσο ο Εδουάρδο Γκαλεάνο. Και να σκεφθεί κανείς ότι δεν ήταν καν συμπατριώτης του. Το αντίθετο. Είχε γεννηθεί στην άλλη πλευρά του Ρίο ντελ Πλάτα, στην Ουρουγουάη, τη μεγάλη ποδοσφαιρική – και όχι μόνο αντίπαλο της Αργεντινής, μια 20ετια πριν δει το φως του κόσμου ο διάσημος ποδοσφαιριστής.

Όταν ήταν παιδί ο Γκαλεάνο, ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής, όμως έπαιζε καλά μόνο στον ύπνο του, γιατί, τα πρωινά, στις αλάνες του Μοντεβίδεο, ήταν από τους χειρότερους. Του άρεσε η μπάλα, τον συνεπαίρνανε οι μεγάλοι αρτίστες της.

«Δεν είμαι παρά ένας ζητιάνος που περιφέρεται ανά τον κόσμο, παρακαλώντας για λίγο καλό ποδόσφαιρο στα γήπεδα.

- Ένα καλό παιχνίδι, για το Θεό.

Και όταν η ευχή πραγματοποιείται, πανευτυχής για το θαύμα, λίγο με νοιάζει ποια ομάδα ή ποια χώρα παίζει» έλεγε...

Η εμφάνιση του Μαραντόνα τον συντάραξε. Στο πρόσωπο του ο Γκαλεάνο δεν ανακάλυψε μόνο έναν μπαλαδόρο αλλά κι έναν επαναστάτη. Γι’ αυτόν ο Μαραντόνα, εκτός από χάρμα ιδέσθαι, ήταν και πηγή έμπνευσης. Του αφιέρωσε χιλιάδες λέξεις παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς όλη τη διαδρομή της καριέρας του, παρατηρώντας την άνοδο και την πτώση του.

Για τη πτώση του ειδικά έχει γράψει τα καλύτερα άρθρα του. Συμπονούσε τον Ντιέγκο, κατακεραύνωνε το σύστημα... Στο βιβλίο του «Καθρέφτες» (εκδ. Πάπυρος, μτφρ. Ισμήνης Κανσή) είχε γράψει το εξής δοκίμιο για τον Μαραντόνα.

«Κανένας καταξιωμένος ποδοσφαιριστής δεν είχε μιλήσει ανοιχτά εναντίον των αφεντικών του εμπορικού ποδοσφαίρου. Το έκανε ο πιο διάσημος και δημοφιλής όλων των εποχών, υπερασπιζόμενος τους λιγότερο διάσημους και λιγότερο δημοφιλείς παίκτες. Ένας γενναιόδωρος και αλληλέγγυος άνθρωπος, ένα είδωλο, που μέσα σε πέντε λεπτά είχε σουτάρει τα δυο πιο αντιφατικά γκολ ολόκληρης της ιστορίας του ποδοσφαίρου. Οι οπαδοί του τον λάτρευαν και για τα δυο: δεν θαύμαζαν μόνο το γκολ του καλλιτέχνη, εκείνο που έβαλε με τα διαβολικά του πόδια, αλλά και το γκολ του κλέφτη –ίσως μάλιστα περισσότερο αυτό–, εκείνο που το χέρι του έκλεψε.

Τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα τον λάτρευαν όχι μόνο για τα υπέροχα ακροβατικά του, αλλά και γιατί ήταν ένας τρωτός θεός, αμαρτωλός, ο πιο ανθρώπινος των θεών. Μπορούσες εύκολα να αναγνωρίσεις στο πρόσωπό του όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες συρρικνωμένες, ή τουλάχιστον τις αρσενικές αδυναμίες: ήταν γυναικάς, κοιλιόδουλος, πότης, απατεώνας, ψεύτης, φανφαρόνος, ανεύθυνος. Όμως οι θεοί, όσο ανθρώπινοι κι αν είναι, δεν βγαίνουν ποτέ στη σύνταξη.

Ο ίδιος δεν μπόρεσε να επιστρέψει στο ανώνυμο πλήθος απ’ όπου είχε βγει. Η δόξα, που τον είχε βγάλει από τη φτώχεια, τον κρατούσε φυλακισμένο. Ο Μαραντόνα ήταν καταδικασμένος να παριστάνει τον Μαραντόνα, ήταν υποχρεωμένος να είναι το αστέρι σε κάθε γιορτή, το μωρό σε κάθε βάφτιση και ο νεκρός σε κάθε κηδεία. Η δόξα είναι ένα ναρκωτικό που προκαλεί μεγαλύτερη καταστροφή απ’ ό,τι η κοκαΐνη. Στις αναλύσεις αίματος και ούρων δεν ανιχνεύεται».

 

 «Διέπραξε το αμάρτημα να είναι ο καλύτερος»


Στο βιβλίο «Το ποδόσφαιρο στη σκια και στο φως» (El futbol, a sol y sombra, εκδόσεις Πάπυρος, Απρίλιος 2016) γράφει ο Γκαλεάνο για τον Μαραντόνα:

Έπαιξε, κέρδισε, κατούρησε, έχασε. Η εφεδρίνη εμφανίστηκε στην ανάλυση ούρων του και ο Μαραντόνα αποβλήθηκε από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994. Η εφεδρίνη, αν και δεν θεωρείται διεγερτικό από τον επαγγελματικό αθλητισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες ή σε πολλές άλλες χώρες, απαγορεύεται σε διεθνείς αγώνες.

Έγινε σάλος και σκάνδαλο, (σημειώθηκε) μια έκρηξη ηθικής καταδίκης που άφησε ολόκληρο τον κόσμο κωφό. Αλλά με κάποιο τρόπο μερικές φωνές υποστήριξης για το γκρεμισμένο είδωλο κατάφεραν να ακουστούν, όχι μόνο στην πληγωμένη και άναυδη Αργεντινή του, αλλά και σε μέρη τόσο μακρινά όπως το Μπαγκλαντές, όπου μια μεγάλη διαδήλωση που αποκήρυξε τη FIFA και απαιτούσε την επιστροφή του Μαραντόνα, αναστάτωσε τους δρόμους.

Άλλωστε, το να κρίνεις και να καταδικάσεις είναι εύκολο. Δεν ήταν τόσο εύκολο να ξεχαστεί ότι για πολλά χρόνια ο Μαραντόνα είχε διαπράξει το αμάρτημα να είναι ο καλύτερος, το έγκλημα του να μιλάει ανοιχτά για πράγματα που οι ισχυροί ήθελαν να σιωπούν. Το να παίζει με το αριστερό ήταν κακούργημα αφού σύμφωνα με το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης «lefthand» δεν σημαίνει μόνο τον αριστερόχειρα αλλά και τον "απαίσιο ή μοχθηρό".

Ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα δεν χρησιμοποίησε ποτέ διεγερτικά πριν από αγώνες για να τεντώσει τα όρια του σώματός του. Είναι αλήθεια ότι του άρεσε η κοκαΐνη, αλλά μόνο σε θλιβερά πάρτι όπου ήθελε να ξεχάσει ή να ξεχαστεί επειδή τον είχε βάλει στη γωνία η δόξα και δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τη φήμη, αυτή δεν θα του επέτρεπε να ζήσει ειρηνικά. Έπαιζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο παρά την κοκαΐνη, όχι εξαιτίας της.

Ήταν κυριευμένος από το βάρος της προσωπικότητάς του. Ο Μαραντόνα κουβαλούσε ένα βάρος που ονομαζόταν Μαραντόνα και που έκανε την πλάτη του να λυγίσει. Τα πόδια του πονούσαν, δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς χάπια. Δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι ήταν αδύνατο να ζήσει με την ευθύνη του να είναι θεός στο γήπεδο, αλλά από την αρχή ήξερε ότι το να σταματήσει ήταν κάτι που δεν γινόταν. «Τους χρειάζομαι να με χρειάζονται», ομολόγησε μετά από πολλά χρόνια ζωής κάτω από το τυραννικό φωτοστέφανο της υπεράνθρωπης παράστασης, φουσκωμένος από κορτιζόνη, αναλγητικά και επαίνους, αποκαμωμενος από τις απαιτήσεις των θαυμαστών του και από το μίσος των εχθρών του.

Η ευχαρίστηση της κατεδάφισης των ειδώλων είναι ευθέως ανάλογη με την ανάγκη εξύψωσής τους. Στην Ισπανία, όταν ο Γκοϊκοετσέα τον χτύπησε πισώπλατα—αν και δεν είχε την μπάλα— και τον έθεσε στο περιθώριο για αρκετούς μήνες, ορισμένοι φανατικοί σήκωσαν τον υπεύθυνο αυτής της εκ προμελετημένης ανθρωποκτονίας στους ώμους τους. Και σε όλο τον κόσμο πολλοί άνθρωποι ήταν έτοιμοι να γιορτάσουν την πτώση εκείνου του αλαζονικού παρείσακτου, εκείνου του ψωμολυσάρη, εκείνου του λιγδιάρη που είχε το αναιδές θράσος να καμαρώνει και να καυχιέται.

Ο προστάτης Σαν Τζεναρμάντο

Αργότερα στη Νάπολη, ο Μαραντόνα ήταν ο Άγιος Μαραντόνα και ο προστάτης Άγιος της πόλης, Σαν Τζενάρο έγινε Σαν Τζεναρμάντο. Στους δρόμους πουλούσαν φωτογραφίες αυτού του θεού με σορτς φωτισμένες από το φωτοστέφανο της Παναγίας ή τυλιγμένες με τον ιερό μανδύα του αγίου που αιμορραγεί κάθε έξι μήνες. Και μάλιστα πουλούσαν φέρετρα για τις ομάδες της βόρειας Ιταλίας και μικροσκοπικά μπουκάλια γεμάτα με τα δάκρυα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Παιδιά και σκύλοι φορούσαν περούκες Μαραντόνα. Κάποιος έβαλε μια μπάλα κάτω από το πόδι του αγάλματος του Δάντη και στο διάσημο σιντριβάνι ο Τρίτων φόρεσε το μπλε πουκάμισο της Νάπολι. Είχε περάσει περισσότερο από μισός αιώνας από τότε που αυτή η πόλη, καταδικασμένη στις μανίες του Βεζούβιου και την αιώνια ήττα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, είχε κατακτήσει ένα πρωτάθλημα και χάρη στον Μαραντόνα ο σκοτεινός νότος κατάφερε επιτέλους να ταπεινώσει τον λαμπερό Βορρά που τον περιφρονούσε .

Στα γήπεδα της Ιταλίας και όλης της Ευρώπης, η Νάπολι συνέχιζε να κερδίζει, το ένα κύπελλο μετά το άλλο, και κάθε γκολ αποτελούσε βεβήλωση της καθεστηκυίας τάξης και εκδίκηση ενάντια στην ιστορία. Στο Μιλάνο μισούσαν τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για αυτή την προσβολή, τον αποκαλούσαν «χοιρομέρι με μπούκλες». Και όχι μόνο στο Μιλάνο: στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 οι περισσότεροι θεατές τυρρανούσαν τον Μαραντόνα με οργισμένα σφυρίγματα κάθε φορά που άγγιζε την μπάλα και πανηγύρισαν την ήττα της Αργεντινής από τη Γερμανία ως νίκη για την Ιταλία.

Όταν ο Μαραντόνα είπε ότι ήθελε να φύγει από τη Νάπολι, κάποιοι πέταξαν κέρινες κούκλες τρυπημένες με καρφίτσες από το παράθυρό του. Αιχμάλωτος της πόλης που τον λάτρευε και της Καμόρα, της Μαφίας που την κατέχει, έπαιζε ενάντια στην καρδιά του, στα πόδια του. Τότε ήταν που ξέσπασε το σκάνδαλο της κοκαΐνης και ο Μαραντόνα έγινε ξαφνικά Μαρακόκα, ένας παράνομος που είχε κοροϊδέψει τον κόσμο να πιστεύει ότι ήταν ήρωας.

Αργότερα, στο Μπουένος Άιρες, τα Μέσα ενημέρωσης έδωσαν μια ακόμη στροφή στο μαχαίρι: ζωντανή κάλυψη της σύλληψής του, σαν να ήταν αγώνας, προς τέρψη όσων αγαπούσαν το θέαμα ενός γυμνού βασιλιά που έπεσε στα χέρια της αστυνομίας.

«Είναι άρρωστος», είπαν. Είπαν: «Τελείωσε». Ο Μεσσίας που ήρθε να λυτρώσει τους Νότιους Ιταλούς από την αιώνια καταδίκη τους ήταν επίσης ο εκδικητής της ήττας της Αργεντινής στα Φώκλαντ με ένα ύπουλο γκολ και ένα άλλο υπέροχο γκολ που έκανε τους Άγγλους να στριφογυρίζουν σαν σβούρες για αρκετά χρόνια. Αλλά όταν έπεσε, το Golden Boy δεν ήταν παρά ένας παραλυμένος ψεύτης. Ο Μαραντόνα είχε προδώσει τα παιδιά που τον λάτρευαν και ατίμωσε το άθλημα. Τον είχαν για νεκρό.

Αλλά μόλις εξέτισε την ποινή του για την κοκαΐνη, ο Μαραντόνα έγινε ο πυροσβέστης της ομάδας της Αργεντινής, η οποία καιγόταν να φτάσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του '94. Χάρη στον Μαραντόνα τα κατάφεραν. Και στη διοργάνωση για άλλη μια φορά, όπως παλιά, ο Μαραντόνα ήταν ο καλύτερος των καλύτερων μέχρι το χτύπημα του σκανδάλου της εφεδρίνης.

Ανεξέλεγκτος όταν μιλάει, ανεξέλεγκτος όταν παίζει

Ο μηχανισμός της εξουσίας τον είχε στο μάτι. Αυτός τους τα έσουρνε έξω από τα δόντια. Αυτή η συμπεριφορά έχει το τίμημά της, η τιμή πληρώνεται τοις μετρητοίς και χωρίς έκπτωση. Και ο ίδιος ο Μαραντόνα τούς έκανε δώρο τη δικαιολογία, εξαιτίας αυτής της αυτοκτονικής του τάσης να προσφέρεται στο πιάτο στους πολλούς εχθρούς του και εξαιτίας αυτής της παιδικής ανευθυνότητας που τον σπρώχνει να πέσει σε όποια παγίδα του στήσουν.

Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, που τον κυνηγάνε με τα μικρόφωνά τους, τού προσάπτουν την αλαζονεία του και τα ξεσπάσματα θυμού του, και τον κατηγορούν ότι μιλάει υπερβολικά. Δεν έχουν άδικο αλλά δεν είναι αυτό που δεν μπορούν να του συγχωρήσουν, στην πραγματικότητα δεν τους αρέσουν αυτά που λέει μερικές φορές.

Αυτός ο κοντός ετοιμόλογος και τσαμπουκάς έχει τη συνήθεια να χτυπάει στα ψηλά. Το 1986 και το 1994, στο Μεξικό και στις ΗΠΑ, κατήγγειλε την πανίσχυρη δικτατορία της τηλεόρασης, που υποχρέωνε τους παίκτες να ξεθεώνονται το μεσημέρι και να τηγανίζονται στον ήλιο, αλλά και σε χίλιες και μία άλλες ευκαιρίες, σε όλη τη διάρκεια της ταραγμένης σταδιοδρομίας του, ο Μαραντόνα είπε πράγματα που τάραξαν το τέλμα. Δεν ήταν ο μοναδικός ατίθασος ποδοσφαιριστής, αλλά η φωνή του έδωσε παγκόσμιο συντονισμό στα πιο ανυπόφορα ερωτήματα...

Οταν ο Μαραντόνα αποβλήθηκε επιτέλους από το Παγκόσμιο Κύπελλο του ’94, τα γήπεδα έχασαν τον πιο φασαριόζικο απείθαρχο. Έχασαν επίσης έναν εκπληκτικό ποδοσφαιριστή. Ο Μαραντόνα είναι ανεξέλεγκτος όταν μιλάει, αλλά είναι ακόμα περισσότερο ανεξέλεγκτος όταν παίζει. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να προβλέψει τις διαβολιές αυτού του εφευρέτη εκπλήξεων, που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ και ικανοποιείται αποδιοργανώνοντας τους υπολογιστές. Δεν είναι ένας γρήγορος παίκτης, ένα ταυράκι με κοντά πόδια, αλλά έχει την μπάλα ραμμένη στο πετσί του και έχει μάτια σε όλο του το κορμί.

Μπορεί να τελειώσει ένα παιχνίδι με έναν κεραυνό με την πλάτη του γυρισμένη στο τέρμα, ή δίνοντας μια απίθανη πάσα από μακριά, όταν είναι κυκλωμένος από χιλιάδες πόδια αντιπάλων· και δεν υπάρχει άνθρωπος να τον σταματήσει όταν αρχίζει να ντριπλάρει αντιπάλους.

Στο ψυχρό ποδόσφαιρο του τέλους του αιώνα μας, που απαιτεί να κερδίζεις και απαγορεύει να απολαμβάνεις το παιχνίδι, ο άνθρωπος αυτός είναι ένας από τους λίγους που αποδεικνύουν ότι η φαντασία μπορεί και αυτή να είναι αποτελεσματική.

Ο Γκαλεάνο έφυγε πριν από τον Ντιέγκο. Πέθανε το 2015. Τον σκότωσε ο καρκίνος του πνεύμονα. Σίγουρα, κει πάνω θα έχουν πολλά να πουν οι δυο τους. Και μεις τούς αναπολούμε με τον στίχο του Νικόλα Άσιμου:

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;
Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.

Ποιος είναι ο Εδουάρδο Γκαλεάνο

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Germán María Hughes Galeano) γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο στις 3 Σεπτεμβρίου 1940, ένα μήνα πριν δει το φως του κόσμου ο Πελέ. Η οικογένειά του ανήκε στην έκπτωτη αριστοκρατία της Ουρουγουάης. Ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Γυμνάσιο για να δουλέψει. Έκανε πολλές δουλειές για να ζήσει: εργάτης εργοστασίου, ελαιοχρωματιστής, ταχυδρόμος, δακτυλογράφος και άλλες πριν αναδειχθεί σε κορυφαίο δημοσιογράφο, λογοτέχνη και συγγραφέα.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος στις αρχές της δεκαετίας του '60 από το εβδομαδιαίο περιοδικό «Μάρτσα», με το οποίο συνεργάστηκαν μεταξύ άλλων οι Μάριο Βάργκας Γιόσα και Μάριο Μπενεδέτι. Αργότερα ανέλαβε αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Έποκα». Στο πραξικόπημα της 27ης Ιουνίου 1973, ο Γκαλεάνο φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να αφήσει την Ουρουγουάη.

Το βιβλίο του «Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» λογοκρίθηκε από τα στρατιωτικά δικτατορικά καθεστώτα της Ουρουγουάης, της Αργεντινής και της Χιλής. Έζησε για λίγο στην Αργεντινή αλλά όταν μπήκε στη λίστα αυτών που θα αντιμετώπιζαν το εκτελεστικό απόσπασμα του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα, έφυγε για την Ισπανία, όπου έγραψε τη διάσημη τριλογία του, «Μνήμες Φωτιάς», το 1984.

Επέστρεψε στο Μοντεβιδέο το 1985. Το 2007 υποβλήθηκε σε εγχείρηση για καρκίνο του πνεύμονα. Έζησε άλλα 8 χρόνια και πέθανε στις 13 Απριλίου 2015, σε ηλικία 74 ετών.

 

NEWSROOM | ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

X